τειχομαχώ
•
- παρωχημένοπολεμάω γύρα από τα τείχη Βικιλεξικό
- παρωχημένοπολεμάω για την υπεράσπιση των τειχών]] Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τειχομαχώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τειχομαχῶ, συνηρημένος τύπος του τειχομαχέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τειχομαχώ | τειχομαχείς | τειχομαχεί | τειχομαχούμε | τειχομαχείτε | τειχομαχούν / τειχομαχούνε |
| Παρατατικός | τειχομαχούσα | τειχομαχούσες | τειχομαχούσε | τειχομαχούσαμε | τειχομαχούσατε | τειχομαχούσαν / τειχομαχούσανε |
| Αόριστος | τειχομάχησα | τειχομάχησες | τειχομάχησε | τειχομαχήσαμε | τειχομαχήσατε | τειχομάχησαν / τειχομαχήσαν / τειχομαχήσανε |
| Μέλλοντας | θα τειχομαχήσω / θα τειχομαχώ | θα τειχομαχήσεις / θα τειχομαχείς | θα τειχομαχήσει / θα τειχομαχεί | θα τειχομαχήσουμε / θα τειχομαχούμε | θα τειχομαχήσετε / θα τειχομαχείτε | θα τειχομαχήσουν / θα τειχομαχήσουνε / θα τειχομαχούν / θα τειχομαχούνε |
| Παρακείμενος | έχω τειχομαχήσει | έχεις τειχομαχήσει | έχει τειχομαχήσει | έχουμε τειχομαχήσει | έχετε τειχομαχήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τειχομαχήσει | είχες τειχομαχήσει | είχε τειχομαχήσει | είχαμε τειχομαχήσει | είχατε τειχομαχήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω τειχομαχήσει / να τειχομαχήσω / να τειχομαχώ | να έχεις τειχομαχήσει / να τειχομαχήσεις / να τειχομαχείς | να έχει τειχομαχήσει / να τειχομαχήσει / να τειχομαχεί | να έχουμε τειχομαχήσει / να τειχομαχήσουμε / να τειχομαχούμε | να έχετε τειχομαχήσει / να τειχομαχήσετε / να τειχομαχείτε | να τειχομαχήσουν / να τειχομαχήσουνε / να τειχομαχούν / να τειχομαχούνε |
| Προστακτική | — | τειχομάχησε | — | — | τειχομαχήστε / τειχομαχείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →