Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τειχομαχώ

/ti.xo.maˈxo/ρήμα
•
  1. παρωχημένοπολεμάω γύρα από τα τείχη Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοπολεμάω για την υπεράσπιση των τειχών]] Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τειχομαχώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τειχομαχῶ, συνηρημένος τύπος του τειχομαχέω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτειχομαχώτειχομαχείςτειχομαχείτειχομαχούμετειχομαχείτετειχομαχούν / τειχομαχούνε
Παρατατικόςτειχομαχούσατειχομαχούσεςτειχομαχούσετειχομαχούσαμετειχομαχούσατετειχομαχούσαν / τειχομαχούσανε
Αόριστοςτειχομάχησατειχομάχησεςτειχομάχησετειχομαχήσαμετειχομαχήσατετειχομάχησαν / τειχομαχήσαν / τειχομαχήσανε
Μέλλονταςθα τειχομαχήσω / θα τειχομαχώθα τειχομαχήσεις / θα τειχομαχείςθα τειχομαχήσει / θα τειχομαχείθα τειχομαχήσουμε / θα τειχομαχούμεθα τειχομαχήσετε / θα τειχομαχείτεθα τειχομαχήσουν / θα τειχομαχήσουνε / θα τειχομαχούν / θα τειχομαχούνε
Παρακείμενοςέχω τειχομαχήσειέχεις τειχομαχήσειέχει τειχομαχήσειέχουμε τειχομαχήσειέχετε τειχομαχήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα τειχομαχήσειείχες τειχομαχήσειείχε τειχομαχήσειείχαμε τειχομαχήσειείχατε τειχομαχήσει—
Υποτακτικήνα έχω τειχομαχήσει / να τειχομαχήσω / να τειχομαχώνα έχεις τειχομαχήσει / να τειχομαχήσεις / να τειχομαχείςνα έχει τειχομαχήσει / να τειχομαχήσει / να τειχομαχείνα έχουμε τειχομαχήσει / να τειχομαχήσουμε / να τειχομαχούμενα έχετε τειχομαχήσει / να τειχομαχήσετε / να τειχομαχείτενα τειχομαχήσουν / να τειχομαχήσουνε / να τειχομαχούν / να τειχομαχούνε
Προστακτική—τειχομάχησε——τειχομαχήστε / τειχομαχείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →