τεκετζής
•
- επάγγελμαυπάλληλος σε τεκέ ή ιδιοκτήτης τεκέ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεκετζής < τεκέ(ς) + -τζής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τεκετζής | τεκετζήδες |
| Γενική | τεκετζή | τεκετζήδων |
| Αιτιατική | τεκετζή | τεκετζήδες |
| Κλητική | τεκετζή | τεκετζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →