τεκμαίρομαι
•
- από ορισμένες ενδείξεις, σχηματίζω γνώμη, συμπεραίνω Βικιλεξικό
- στο γ' πρόσωποτεκμαίρεται: βγαίνει το συμπέρασμα επί τη βάσει τεκμηρίων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεκμαίρομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τεκμαίρομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →