τεκμαρτό εισόδημα
•
- οικονομίατο εισόδημα που φορολογείται επί τη βάσει κάποιων τεκμηρίων διαβίωσης, όπως η κατοχή αυτοκινήτων ή ακινήτων, άλλων περιουσιακών στοιχείων και, επίσης, εξόδων που το κράτος θεωρεί (θεωρητικώς αποδεικνύει με την κλίμακα των τεκμηρίων) πως είναι μεγαλύτερο από αυτό που δήλωσε ο ίδιος ο φορολογούμενος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεκμαρτό εισόδημα → δείτε τις λέξεις τεκμαρτός και εισόδημα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τεκμαρτό εισόδημα | τεκμαρτά εισοδήματα |
| Γενική | τεκμαρτού εισοδήματος | τεκμαρτών εισοδημάτων |
| Αιτιατική | τεκμαρτό εισόδημα | τεκμαρτά εισοδήματα |
| Κλητική | τεκμαρτό εισόδημα | τεκμαρτά εισοδήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →