Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τεκμηρίωση

/te.kmiˈɾi.o.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τεκμηριώνω Βικιλεξικό
    • επιθυμία της Ελληνικής Εταιρείας Ορολογίας (ΕΛΕΤΟ), ως επιστημονικού φορέα που ασχολείται κατεξοχήν με ειδικά ζητήματα Γλώσσας και Ορολογίας, ήταν η συμβολή της στον δημόσιο διάλογο για το ζήτημα της θηλυκοποίησης των επαγγελματικών ουσιαστικών στην ελληνική γλώσσα και την τεκμηρίωση των έμφυλων τύπων (Βουλευτής ή βουλεύτρια; Ο «χάρτης» της Ελληνικής Εταιρείας Ορολογίας για τους θηλυκούς τύπους ουσιαστικών, ΤΟ ΒΗΜΑ, 09/02/2026 https://www.tovima.gr/2026/02/09/society/vouleytis-i-vouleytria-o-xartis-tis-ellinikis-etaireias-orologias-gia-tous-thilykous-typous-ousiastikon/)
  2. πληροφορικήοι οδηγίες χρήσης ενός λογισμικού (software) για τον απλό χρήστη ή και οι τεχνικές οδηγίες για τον εξειδικευμένο χρήστη Βικιλεξικό
  3. προγραμματισμόςτα σχόλια (comments) που γράφονται μαζί με τον κώδικα και εξηγούν την χρήση συναρτήσεων (functions), βιβλιοθηκών (libraries) και γενικότερα την λογική του κώδικα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τεκμηρίωση < ελληνιστική κοινή τεκμηρίωσις < αρχαία ελληνική τεκμηριόω / τεκμηριῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτεκμηρίωσητεκμηριώσεις
Γενικήτεκμηρίωσηςτεκμηριώσεων
Αιτιατικήτεκμηρίωσητεκμηριώσεις
Κλητικήτεκμηρίωσητεκμηριώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →