Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τεκνογονία

/te.kno.ɣoˈni.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η γέννηση τέκνου, παιδιού Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη δημιουργία τέκνου Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηη απόκτηση τέκνου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τεκνογονία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τεκνογονία. Συγχρονικά αναλύεται σε τεκνο- + -γονία.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτεκνογονίατεκνογονίες
Γενικήτεκνογονίαςτεκνογονιών
Αιτιατικήτεκνογονίατεκνογονίες
Κλητικήτεκνογονίατεκνογονίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →