τεκτονικός
•
- που έχει σχέση με τον τέκτονα ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- που έχει σχέση με τον ελευθεροτέκτονα ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- γεωλογίαπου έχει σχέση με τον στερεό φλοιό της γης και τη δομή του ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεκτονικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τεκτονικός < τέκτων τεκτον- + -ικός < πρωτοελληνική *téktōn < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tetḱō < *tetḱ- (παράγω, δημιουργώ) :* μασονικός < μεταφραστικό δάνειο από την ιταλική massonico :* γεωλογικός όρος: μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική tektonisch
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τεκτονικός | τεκτονική | τεκτονικό |
| Γενική | τεκτονικού | τεκτονικής | τεκτονικού |
| Αιτιατική | τεκτονικό | τεκτονική | τεκτονικό |
| Κλητική | τεκτονικέ | τεκτονική | τεκτονικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τεκτονικοί | τεκτονικές | τεκτονικά |
| Γενική | τεκτονικών | τεκτονικών | τεκτονικών |
| Αιτιατική | τεκτονικούς | τεκτονικές | τεκτονικά |
| Κλητική | τεκτονικοί | τεκτονικές | τεκτονικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →