Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τελείως

/teˈli.os/επίρρημα
•
  1. ολοκληρωτικά, εντελώς, παντελώς, ολοσχερώς, πέρα για πέρα Βικιλεξικό
    • είναι τελείως βλάκας
    • Εκεί μας έγδυσαν τελείως για να μας ψάξουνε. Όπως ήμασταν γδυτοί, μας ψάχνανε τα ρούχα. (Λάμπρος Τόκας, Τα παιδιά του Φλεβάρη, εκδ. Καστανιώτη, 2014)

Ετυμολογία

τελείως < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τελείως < τέλει(ος) + -ως. Συγκρίνετε με το επίρρημα τέλεια.

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →