τελείως
•
- ολοκληρωτικά, εντελώς, παντελώς, ολοσχερώς, πέρα για πέρα Βικιλεξικό
- είναι τελείως βλάκας
- Εκεί μας έγδυσαν τελείως για να μας ψάξουνε. Όπως ήμασταν γδυτοί, μας ψάχνανε τα ρούχα. (Λάμπρος Τόκας, Τα παιδιά του Φλεβάρη, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
Ετυμολογία
τελείως < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τελείως < τέλει(ος) + -ως. Συγκρίνετε με το επίρρημα τέλεια.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →