τελειωμένος
•
- που έχει τελειώσει, έχει φτάσει στο τέλος του Βικιλεξικό
- που δεν έχει μέλλον, ο αποτυχημένος, ο ξοφλημένος Βικιλεξικό
- που έχει τελειωθεί, τελειοποιηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τελειωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τελειώνω
Άλλοι τύποι
τελειωμένατελειωμένετελειωμένεςτελειωμένητελειωμένηςτελειωμένοτελειωμένοιτελειωμένοςτελειωμένουτελειωμένουςτελειωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →