τελειώνω
•
- μεταβατικόολοκληρώνω μια εργασία Βικιλεξικό
- Περίμενε να στεγνώσει πριν μπεις μέσα, γιατί μόλις τελείωσα το σφουγγάρισμα.
- αμετάβατοφτάνω στο τέλος μου Βικιλεξικό
- τελειώνει το έργο
- αμετάβατοφτάνω στο τέλος μου Βικιλεξικό
- τελειώνει η φέτα
- λαϊκότροποφτάνω σε οργασμό Βικιλεξικό
- τελειώνομαι: τελειοποιούμαι Βικιλεξικό
- συνήθως στην παθητική φωνήτελειοποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τελειώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τελειώνω < αρχαία ελληνική τελειῶ (τελειόω κάνω τέλειο, περατώνω) + -ώνω < τέλειος < τέλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷel- (κινώ, στρίβω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τελειώνω | τελειώνεις | τελειώνει | τελειώνουμε | τελειώνετε | τελειώνουν / τελειώνουνε |
| Παρατατικός | τελείωνα | τελείωνες | τελείωνε | τελειώναμε | τελειώνατε | τελείωναν / τελειώναν / τελειώνανε |
| Αόριστος | — | τελείωσες | τελείωσε | τελειώσαμε | τελειώσατε | τελείωσαν / τελειώσαν / τελειώσανε |
| Μέλλοντας | θα τελειώνω / θα τελειώσω | θα τελειώνεις / θα τελειώσεις | θα τελειώνει / θα τελειώσει | θα τελειώνουμε / θα τελειώσουμε | θα τελειώνετε / θα τελειώσετε | θα τελειώνουν / θα τελειώνουνε / θα τελειώσουν / θα τελειώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τελειώσει | έχεις τελειώσει | έχει τελειώσει | έχουμε τελειώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τελειώσει | είχες τελειώσει | είχε τελειώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να τελειώνω / να τελειώσω / να έχω τελειώσει | να τελειώνεις / να τελειώσεις / να έχεις τελειώσει | να τελειώνει / να τελειώσει / να έχει τελειώσει | να τελειώνουμε / να τελειώσουμε / να έχουμε τελειώσει | να τελειώνετε / να τελειώσετε | να τελειώνουν / να τελειώνουνε / να τελειώσουν / να τελειώσουνε |
| Προστακτική | — | τελείωνε / τελείωσε | — | — | τελειώνετε / τελειώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →