τελεολογικός
•
- που σχετίζεται με την τελεολογία (η αντίληψη ότι τα πάντα στο κόσμο διέπονται από ένα σκοπό, προς την εκπλήρωση του οποίου τείνουν) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τελεολογικός < τελεολογ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τελεολογικός | τελεολογική | τελεολογικό |
| Γενική | τελεολογικού | τελεολογικής | τελεολογικού |
| Αιτιατική | τελεολογικό | τελεολογική | τελεολογικό |
| Κλητική | τελεολογικέ | τελεολογική | τελεολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τελεολογικοί | τελεολογικές | τελεολογικά |
| Γενική | τελεολογικών | τελεολογικών | τελεολογικών |
| Αιτιατική | τελεολογικούς | τελεολογικές | τελεολογικά |
| Κλητική | τελεολογικοί | τελεολογικές | τελεολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →