τελεσιγραφικός
•
- κυριολεκτικάπου έχει σχέση με τελεσίγραφο ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυστηρός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τελεσιγραφικός < τελεσίγραφο + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τελεσιγραφικός | τελεσιγραφική | τελεσιγραφικό |
| Γενική | τελεσιγραφικού | τελεσιγραφικής | τελεσιγραφικού |
| Αιτιατική | τελεσιγραφικό | τελεσιγραφική | τελεσιγραφικό |
| Κλητική | τελεσιγραφικέ | τελεσιγραφική | τελεσιγραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τελεσιγραφικοί | τελεσιγραφικές | τελεσιγραφικά |
| Γενική | τελεσιγραφικών | τελεσιγραφικών | τελεσιγραφικών |
| Αιτιατική | τελεσιγραφικούς | τελεσιγραφικές | τελεσιγραφικά |
| Κλητική | τελεσιγραφικοί | τελεσιγραφικές | τελεσιγραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →