Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τελεσιγραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου έχει σχέση με τελεσίγραφο ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαυστηρός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τελεσιγραφικός < τελεσίγραφο + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτελεσιγραφικόςτελεσιγραφικήτελεσιγραφικό
Γενικήτελεσιγραφικούτελεσιγραφικήςτελεσιγραφικού
Αιτιατικήτελεσιγραφικότελεσιγραφικήτελεσιγραφικό
Κλητικήτελεσιγραφικέτελεσιγραφικήτελεσιγραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτελεσιγραφικοίτελεσιγραφικέςτελεσιγραφικά
Γενικήτελεσιγραφικώντελεσιγραφικώντελεσιγραφικών
Αιτιατικήτελεσιγραφικούςτελεσιγραφικέςτελεσιγραφικά
Κλητικήτελεσιγραφικοίτελεσιγραφικέςτελεσιγραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →