τελεσιδικία
•
- νομικός όροςτο οριστικό τέλος μιας δικαστικής υπόθεσης που επέρχεται με την οριστική και αμετάκλητη απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, η οποία δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση ή αφού παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση των τακτικών ένδικων μέσων (άρθρο 321 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τελεσιδικία < τελεσίδικος + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τελεσιδικία | τελεσιδικίες |
| Γενική | τελεσιδικίας | τελεσιδικιών |
| Αιτιατική | τελεσιδικία | τελεσιδικίες |
| Κλητική | τελεσιδικία | τελεσιδικίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →