τελεσιδικώ
•
- είμαι ή γίνομαι τελεσίδικος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τελεσιδικώ < τελεσίδικος + -ώ < τέλος + δίκη
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τελεσιδικώ | τελεσιδικείς | τελεσιδικεί | τελεσιδικούμε | τελεσιδικείτε | τελεσιδικούν / τελεσιδικούνε |
| Παρατατικός | τελεσιδικούσα | τελεσιδικούσες | τελεσιδικούσε | τελεσιδικούσαμε | τελεσιδικούσατε | τελεσιδικούσαν / τελεσιδικούσανε |
| Αόριστος | τελεσιδίκησα | τελεσιδίκησες | τελεσιδίκησε | τελεσιδικήσαμε | τελεσιδικήσατε | τελεσιδίκησαν / τελεσιδικήσαν / τελεσιδικήσανε |
| Μέλλοντας | θα τελεσιδικήσω / θα τελεσιδικώ | θα τελεσιδικήσεις / θα τελεσιδικείς | θα τελεσιδικήσει / θα τελεσιδικεί | θα τελεσιδικήσουμε / θα τελεσιδικούμε | θα τελεσιδικήσετε / θα τελεσιδικείτε | θα τελεσιδικήσουν / θα τελεσιδικήσουνε / θα τελεσιδικούν / θα τελεσιδικούνε |
| Παρακείμενος | έχω τελεσιδικήσει | έχεις τελεσιδικήσει | έχει τελεσιδικήσει | έχουμε τελεσιδικήσει | έχετε τελεσιδικήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τελεσιδικήσει | είχες τελεσιδικήσει | είχε τελεσιδικήσει | είχαμε τελεσιδικήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τελεσιδικήσει / να τελεσιδικήσω / να τελεσιδικώ | να έχεις τελεσιδικήσει / να τελεσιδικήσεις / να τελεσιδικείς | να έχει τελεσιδικήσει / να τελεσιδικήσει / να τελεσιδικεί | να έχουμε τελεσιδικήσει / να τελεσιδικήσουμε / να τελεσιδικούμε | να έχετε τελεσιδικήσει / να τελεσιδικήσετε / να τελεσιδικείτε | να τελεσιδικήσουν / να τελεσιδικήσουνε / να τελεσιδικούν / να τελεσιδικούνε |
| Προστακτική | — | τελεσιδίκει / τελεσιδίκησε | — | — | τελεσιδικήστε / τελεσιδικείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →