τελετουργώ
•
- λόγιοεκτελώ τελετουργίες Βικιλεξικό
- λόγιοενεργώ τελετουργικά Βικιλεξικό
- ειδικότεραιερουργώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τελετουργώ < ελληνιστική κοινή τελετουργέω / τελετουργῶ < αρχαία ελληνική τελετή + ἔργον
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τελετουργώ | τελετουργείς | τελετουργεί | τελετουργούμε | τελετουργείτε | τελετουργούν / τελετουργούνε |
| Παρατατικός | τελετουργούσα | τελετουργούσες | τελετουργούσε | τελετουργούσαμε | τελετουργούσατε | τελετουργούσαν / τελετουργούσανε |
| Αόριστος | τελετούργησα | τελετούργησες | τελετούργησε | τελετουργήσαμε | τελετουργήσατε | τελετουργήσαν / τελετουργήσανε / τελετούργησαν |
| Μέλλοντας | θα τελετουργήσω / θα τελετουργώ | θα τελετουργήσεις / θα τελετουργείς | θα τελετουργήσει / θα τελετουργεί | θα τελετουργήσουμε / θα τελετουργούμε | θα τελετουργήσετε / θα τελετουργείτε | θα τελετουργήσουν / θα τελετουργήσουνε / θα τελετουργούν / θα τελετουργούνε |
| Παρακείμενος | έχω τελετουργήσει | έχεις τελετουργήσει | έχει τελετουργήσει | έχουμε τελετουργήσει | έχετε τελετουργήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τελετουργήσει | είχες τελετουργήσει | είχε τελετουργήσει | είχαμε τελετουργήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τελετουργήσει / να τελετουργήσω / να τελετουργώ | να έχεις τελετουργήσει / να τελετουργήσεις / να τελετουργείς | να έχει τελετουργήσει / να τελετουργήσει / να τελετουργεί | να έχουμε τελετουργήσει / να τελετουργήσουμε / να τελετουργούμε | να έχετε τελετουργήσει / να τελετουργήσετε / να τελετουργείτε | να τελετουργήσουν / να τελετουργήσουνε / να τελετουργούν / να τελετουργούνε |
| Προστακτική | — | τελετούργει / τελετούργησε | — | — | τελετουργήστε / τελετουργείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →