τελευτώ
•
- λόγιοπεθαίνω Βικιλεξικό
- λόγιοτελειώνω Βικιλεξικό
- Ο πρόεδρος τελεύτησε τη θητεία του
Ετυμολογία
τελευτώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τελευτῶ, συνηρημένος τύπος του τελευτάω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τελευτάω / τελευτώ | τελευτάς | τελευτά / τελευτάει | τελευτάμε / τελευτούμε | τελευτάτε | τελευτάν / τελευτάνε / τελευτούν / τελευτούνε |
| Παρατατικός | τελευτούσα | τελευτούσες | τελευτούσε | τελευτούσαμε | τελευτούσατε | τελευτούσαν / τελευτούσανε |
| Αόριστος | τελεύτησα | τελεύτησες | τελεύτησε | τελευτήσαμε | τελευτήσατε | τελευτήσαν / τελευτήσανε / τελεύτησαν |
| Μέλλοντας | θα τελευτάω / θα τελευτήσω / θα τελευτώ | θα τελευτάς / θα τελευτήσεις | θα τελευτά / θα τελευτάει / θα τελευτήσει | θα τελευτάμε / θα τελευτήσουμε / θα τελευτούμε | θα τελευτάτε / θα τελευτήσετε | θα τελευτάν / θα τελευτάνε / θα τελευτήσουν / θα τελευτήσουνε / θα τελευτούν / θα τελευτούνε |
| Παρακείμενος | έχω τελευτήσει | έχεις τελευτήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τελευτήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τελευτήσει / να τελευτάω / να τελευτήσω / να τελευτώ | να έχεις τελευτήσει / να τελευτάς / να τελευτήσεις | να τελευτά / να τελευτάει / να τελευτήσει | να τελευτάμε / να τελευτήσουμε / να τελευτούμε | να τελευτάτε / να τελευτήσετε | να τελευτάν / να τελευτάνε / να τελευτήσουν / να τελευτήσουνε / να τελευτούν / να τελευτούνε |
| Προστακτική | — | τελεύτα / τελεύταγε / τελεύτησε | — | — | τελευτάτε / τελευτήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →