τελεφερίκ
•
- μέσο μεταφορών με θαλαμίσκους Βικιλεξικό
- μέσο μεταφορών με θαλαμίσκους Βικιλεξικό
- Ανεβήκαμε στον Λυκαβηττό: οι μισοί με τα πόδια κι εμείς με το τελεφερίκ.
Ετυμολογία
τελεφερίκ < (λόγιο δάνειο) γαλλική téléphérique < télé- αρχαία ελληνική τηλε- + φέρ(ω) + -ique
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →