Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τελεύω

/teˈle.vo/ρήμα
•
  1. λαϊκότροποτελειώνω Βικιλεξικό
    • Κυριακή σήμερα, βαρούσαν οι καμπάνες, τέλευε η λειτουργιά. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)
    • Σήμερα τέλεψα την Oδύσσεια (Καζαντζάκης, γράμμα προς τον Αλικιώτη, Αίγινα 4-12-43 απόσπασμα)

Ετυμολογία

τελεύω < τέλ(ος) + -εύω (και όψιμη (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τελεύω)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτελεύωτελεύειςτελεύειτελεύουμετελεύετετελεύουν / τελεύουνε
Παρατατικόςτέλευατέλευεςτέλευετελεύαμετελεύατετέλευαν / τελεύαν / τελεύανε
Αόριστοςτέλεψατέλεψεςτέλεψετελέψαμετελέψατετέλεψαν / τελέψαν / τελέψανε
Μέλλονταςθα τελέψω / θα τελεύωθα τελέψεις / θα τελεύειςθα τελέψει / θα τελεύειθα τελέψουμε / θα τελεύουμεθα τελέψετε / θα τελεύετεθα τελέψουν / θα τελέψουνε / θα τελεύουν / θα τελεύουνε
Παρακείμενοςέχω τελέψειέχεις τελέψειέχει τελέψειέχουμε τελέψειέχετε τελέψει—
Υπερσυντέλικοςείχα τελέψειείχες τελέψειείχε τελέψειείχαμε τελέψει——
Υποτακτικήνα έχω τελέψει / να τελέψω / να τελεύωνα έχεις τελέψει / να τελέψεις / να τελεύειςνα έχει τελέψει / να τελέψει / να τελεύεινα έχουμε τελέψει / να τελέψουμε / να τελεύουμενα έχετε τελέψει / να τελέψετε / να τελεύετενα τελέψουν / να τελέψουνε / να τελεύουν / να τελεύουνε
Προστακτική—τέλευε / τέλεψε——τελέψτε / τελεύετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →