Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τελματοδίαιτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ζει σε τέλματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τελματοδίαιτος < τέλμα + -ο- + -δίαιτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτελματοδίαιτοςτελματοδίαιτητελματοδίαιτο
Γενικήτελματοδίαιτουτελματοδίαιτηςτελματοδίαιτου
Αιτιατικήτελματοδίαιτοτελματοδίαιτητελματοδίαιτο
Κλητικήτελματοδίαιτετελματοδίαιτητελματοδίαιτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτελματοδίαιτοιτελματοδίαιτεςτελματοδίαιτα
Γενικήτελματοδίαιτωντελματοδίαιτωντελματοδίαιτων
Αιτιατικήτελματοδίαιτουςτελματοδίαιτεςτελματοδίαιτα
Κλητικήτελματοδίαιτοιτελματοδίαιτεςτελματοδίαιτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →