τελωνειακός
•
- επάγγελμαπου εργάζεται σε τελωνείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τελωνειακός < τελωνείο + -ακός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τελωνειακή / τελωνειακός / τελωνειακό | τελωνειακές / τελωνειακοί / τελωνειακά |
| Γενική | τελωνειακής / τελωνειακού / τελωνειακού | τελωνειακών / τελωνειακών / τελωνειακών |
| Αιτιατική | τελωνειακή / τελωνειακό / τελωνειακό | τελωνειακές / τελωνειακούς / τελωνειακά |
| Κλητική | τελωνειακή / τελωνειακέ / τελωνειακό | τελωνειακές / τελωνειακοί / τελωνειακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →