Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τελωνειακός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαπου εργάζεται σε τελωνείο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τελωνειακός < τελωνείο + -ακός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτελωνειακή / τελωνειακός / τελωνειακότελωνειακές / τελωνειακοί / τελωνειακά
Γενικήτελωνειακής / τελωνειακού / τελωνειακούτελωνειακών / τελωνειακών / τελωνειακών
Αιτιατικήτελωνειακή / τελωνειακό / τελωνειακότελωνειακές / τελωνειακούς / τελωνειακά
Κλητικήτελωνειακή / τελωνειακέ / τελωνειακότελωνειακές / τελωνειακοί / τελωνειακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

τελωνειακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το τελωνείο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
    • H διαδικασία αφορά την υπαγωγή μη ενωσιακών εμπορευμάτων σε καθεστώς Τελωνειακής Αποταμίευσης από τη στιγμή της υποβολής της διασάφησης έως την απελευθέρωση και τη μεταφορά των εμπορευμάτων στην αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης. (Υπαγωγή εμπορευμάτων σε καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης, 09/04/2025 https://mitos.gov.gr/index.php/%CE%94%CE%94:%CE%A5%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE_%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD_%CF%83%CE%B5_%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CF%83%CF%84%CF%8E%CF%82_%CF%84%CE%B5%CE%BB%CF%89%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7%CF%82)

Ετυμολογία

τελωνειακός < τελωνείο + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτελωνειακόςτελωνειακήτελωνειακό
Γενικήτελωνειακούτελωνειακήςτελωνειακού
Αιτιατικήτελωνειακότελωνειακήτελωνειακό
Κλητικήτελωνειακέτελωνειακήτελωνειακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτελωνειακοίτελωνειακέςτελωνειακά
Γενικήτελωνειακώντελωνειακώντελωνειακών
Αιτιατικήτελωνειακούςτελωνειακέςτελωνειακά
Κλητικήτελωνειακοίτελωνειακέςτελωνειακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →