τελωνοσταθμάρχης
•
- παρωχημένοο προϊστάμενος ενός τελωνειακού σταθμού Βικιλεξικό
- Στα Βατερά έμεναν 25 οικογένειες, υπήρχε τελωνοσταθμάρχης και λειτουργούσαν ένα αγγειοπλαστείο, δυο καφενεία, τέσσερα κεραμοποιεία, και ένα πτηνοτροφείο-χοιροτροφείο.
Ετυμολογία
τελωνοσταθμάρχης < τελων(είο) + -ο- + σταθμάρχης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τελωνοσταθμάρχης | τελωνοσταθμάρχες |
| Γενική | τελωνοσταθμάρχη | τελωνοσταθμαρχών |
| Αιτιατική | τελωνοσταθμάρχη | τελωνοσταθμάρχες |
| Κλητική | τελωνοσταθμάρχη | τελωνοσταθμάρχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →