τελωνοφύλακας
•
- επάγγελμαυπάλληλος της τελωνοφυλακής Βικιλεξικό
- Ένας τελωνοφύλακας γαλανομάτης, παχύς, κάπνιζε ναργιλέ στην παράγκα που παράσταινε τελωνείο. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, [μυθιστόρημα], 1946)
Ετυμολογία
τελωνοφύλακας < τελωνο(φυλακή) + -ο- + -φύλακας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τελωνοφύλακας | τελωνοφύλακες |
| Γενική | τελωνοφύλακα | τελωνοφυλάκων |
| Αιτιατική | τελωνοφύλακα | τελωνοφύλακες |
| Κλητική | τελωνοφύλακα | τελωνοφύλακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →