τελώ
•
- κάνω (για τελετή, διοργάνωση) Βικιλεξικό
- Τελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα.
- παθητική φωνήδιεξάγομαι, γίνομαι Βικιλεξικό
- Τελείται μνημόσυνο.
- Οι αθλητικοί αγώνες θα τελεστούν.
- λόγιοεκτελώ, διαπράττω (π.χ. έγκλημα), πραγματοποιώ Βικιλεξικό
- Ο δράστης τέλεσε το έγκλημα.
- λόγιοείμαι, βρίσκομαι Βικιλεξικό
- Τελεί υπό την αιγίδα του υπουργείου.
- τελεί υπό παραίτηση, τελεί υπό περιορισμό, τελεί υπό κράτηση
Ετυμολογία
τελώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τελῶ. Η σημασία «είμαι, βρίσκομαι» < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική être.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τελώ | τελείς | τελεί | τελούμε | τελείτε | τελούν / τελούνε |
| Παρατατικός | τελούμουν / τελούσα | τελούσες | τελούσε | τελούσαμε | τελούσατε | τελούσαν / τελούσανε |
| Αόριστος | τέλεσα | τέλεσες | τέλεσε | τελέσαμε | τελέσατε | τέλεσαν / τελέσαν / τελέσανε |
| Μέλλοντας | θα τελέσω / θα τελώ | θα τελέσεις / θα τελείς | θα τελέσει / θα τελεί | θα τελέσουμε / θα τελούμε | θα τελέσετε / θα τελείτε | θα τελέσουν / θα τελέσουνε / θα τελούν / θα τελούνε |
| Παρακείμενος | έχω τελέσει | έχεις τελέσει | έχει τελέσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τελέσει | είχες τελέσει | είχε τελέσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τελέσει / να τελέσω / να τελώ | να έχεις τελέσει / να τελέσεις / να τελείς | να έχει τελέσει / να τελέσει / να τελεί | να τελέσουμε / να τελούμε | να τελέσετε / να τελείτε | να τελέσουν / να τελέσουνε / να τελούν / να τελούνε |
| Προστακτική | — | τέλει / τέλεσε | — | — | τελέστε / τελείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
τελέστηκατελούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →