τεμενάς
•
- η τουρκική υπόκλιση για χαιρετισμό ή σε ένδειξη σεβασμού ή και δουλοπρέπειας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεμενάς < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική تمنا (τουρκικά temenna) < αραβική تَمَنَّى (tamannā). Συγγενή: χίντι तमन्ना (tamannā), ρουμανική temenea.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τεμενάς | τεμενάδες |
| Γενική | τεμενά | τεμενάδων |
| Αιτιατική | τεμενά | τεμενάδες |
| Κλητική | τεμενά | τεμενάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →