Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τεμπέλικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με τον τεμπέλη Βικιλεξικό
    • τεμπέλικη ζωή
  2. ο ταιριαστός του τεμπέλη, που χαρακτηρίζει τον τεμπέλη Βικιλεξικό
    • τεμπέλικο σκυλί

Ετυμολογία

τεμπέλικος < τεμπέλ(ης) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτεμπέλικοςτεμπέλικητεμπέλικο
Γενικήτεμπέλικουτεμπέλικηςτεμπέλικου
Αιτιατικήτεμπέλικοτεμπέλικητεμπέλικο
Κλητικήτεμπέλικετεμπέλικητεμπέλικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτεμπέλικοιτεμπέλικεςτεμπέλικα
Γενικήτεμπέλικωντεμπέλικωντεμπέλικων
Αιτιατικήτεμπέλικουςτεμπέλικεςτεμπέλικα
Κλητικήτεμπέλικοιτεμπέλικεςτεμπέλικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →