τεμπέλικος
•
- ο σχετικός με τον τεμπέλη Βικιλεξικό
- τεμπέλικη ζωή
- ο ταιριαστός του τεμπέλη, που χαρακτηρίζει τον τεμπέλη Βικιλεξικό
- τεμπέλικο σκυλί
Ετυμολογία
τεμπέλικος < τεμπέλ(ης) + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τεμπέλικος | τεμπέλικη | τεμπέλικο |
| Γενική | τεμπέλικου | τεμπέλικης | τεμπέλικου |
| Αιτιατική | τεμπέλικο | τεμπέλικη | τεμπέλικο |
| Κλητική | τεμπέλικε | τεμπέλικη | τεμπέλικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τεμπέλικοι | τεμπέλικες | τεμπέλικα |
| Γενική | τεμπέλικων | τεμπέλικων | τεμπέλικων |
| Αιτιατική | τεμπέλικους | τεμπέλικες | τεμπέλικα |
| Κλητική | τεμπέλικοι | τεμπέλικες | τεμπέλικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →