Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τεμπελιά

/tem.beˈʎa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του τεμπέλη, η οκνηρία, η μόνιμη σχόλη, η απροθυμία να διεκπεραιώσει κάποιος οιαδήποτε υποχρέωση Βικιλεξικό
    • Τέλος πάντων, το ζήτημα είναι πως τα συμφέροντα, η τεμπελιά και η άγνοια με έριξαν στην ανθυγιεινή αγκαλιά της βιομηχανίας που έμελλε να με σκοτώσει αργά και ηδονικά. (Λένα Διβάνη, Εγώ ο Ζάχος Ζάχαρης (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2024)

Ετυμολογία

τεμπελιά < τεμπέλ(ης) + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτεμπελιάτεμπελιές
Γενικήτεμπελιάςτεμπελιών
Αιτιατικήτεμπελιάτεμπελιές
Κλητικήτεμπελιάτεμπελιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →