τεμπελχανείο
•
- σκωπτικότόπος, μέρος με πολλούς τεμπέληδες Βικιλεξικό
- παρέα ανθρώπων που τεμπελιάζουν Βικιλεξικό
- τεμπελιά Βικιλεξικό
- ίδρυμα όπου τεμπέληδες ζουν από φιλανθρωπίες. Ως τέτοιο θεωρήθηκε από πολλούς το Ιμαρέτ της Καβάλας Βικιλεξικό
- Ἐγνώριζε καὶ τὴν ἄλλην διήγησιν διὰ τὸ τεμπελχανειό, τὸ ὁποῖον ἵδρυσε, λέγουν, ὁ Μεχμεταλὴς εἰς τὴν πατρίδα του Καβάλαν (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη)
Ετυμολογία
τεμπελχανείο < τεμπελχαν(άς) + -είο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τεμπελχανείο | τεμπελχανεία |
| Γενική | τεμπελχανείου | τεμπελχανείων |
| Αιτιατική | τεμπελχανείο | τεμπελχανεία |
| Κλητική | τεμπελχανείο | τεμπελχανεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →