Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τενεκεδένιος

/te.ne.ceˈðe.ɲos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι φτιαγμένος από τενεκέ Βικιλεξικό
    • τενεκεδένια στρατιωτάκια
  2. μειωτικόφτηνός Βικιλεξικό
    • τενεκεδένια κοσμήματα

Ετυμολογία

τενεκεδένιος < τενεκές, θέμα πληθυντικού τενεκέδ-(ες) + -ένιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτενεκεδένιοςτενεκεδένιατενεκεδένιο
Γενικήτενεκεδένιουτενεκεδένιαςτενεκεδένιου
Αιτιατικήτενεκεδένιοτενεκεδένιατενεκεδένιο
Κλητικήτενεκεδένιετενεκεδένιατενεκεδένιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτενεκεδένιοιτενεκεδένιεςτενεκεδένια
Γενικήτενεκεδένιωντενεκεδένιωντενεκεδένιων
Αιτιατικήτενεκεδένιουςτενεκεδένιεςτενεκεδένια
Κλητικήτενεκεδένιοιτενεκεδένιεςτενεκεδένια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →