τενεκεδοκρουσία
•
- κυριολεκτικάτο χτύπημα τενεκέ ή τενεκέδων για την παραγωγή θορύβου Βικιλεξικό
- μεταφορικάη επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία κάποιου προσώπου ή ενέργειας, κατάστασης κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τενεκεδοκρουσία < τενεκές + -κρουσία (< κρούση + -ία)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τενεκεδοκρουσία | τενεκεδοκρουσίες |
| Γενική | τενεκεδοκρουσίας | τενεκεδοκρουσιών |
| Αιτιατική | τενεκεδοκρουσία | τενεκεδοκρουσίες |
| Κλητική | τενεκεδοκρουσία | τενεκεδοκρουσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →