Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τενιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το τένις ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τενιστικός < τένις + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτενιστικόςτενιστικήτενιστικό
Γενικήτενιστικούτενιστικήςτενιστικού
Αιτιατικήτενιστικότενιστικήτενιστικό
Κλητικήτενιστικέτενιστικήτενιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτενιστικοίτενιστικέςτενιστικά
Γενικήτενιστικώντενιστικώντενιστικών
Αιτιατικήτενιστικούςτενιστικέςτενιστικά
Κλητικήτενιστικοίτενιστικέςτενιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →