τεντωτήρας
•
- συσκευή, εξάρτημα ή μηχάνημα (σε μηχανή αυτοκινήτου ή αλλού) που συμβάλλει στο να κρατάει κάτι (π.χ. έναν ιμάντα) τεντωμένο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεντωτήρας < τεντώνω + -τήρας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τεντωτήρας | τεντωτήρες |
| Γενική | τεντωτήρα | τεντωτήρων |
| Αιτιατική | τεντωτήρα | τεντωτήρες |
| Κλητική | τεντωτήρα | τεντωτήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →