τεντώνομαι
•
- με τεντώνουν Βικιλεξικό
- τεντώνω τα άκρα μου (π.χ. για να ξεμουδιάσω) Βικιλεξικό
- Τεντώθηκα για να μου φύγει το μούδιασμα. (⌘ Στρατής Τσίρκας, Ακυβέρνητες πολιτείες - Αριάγνη, [μυθιστόρημα], 1962)
Ετυμολογία
τεντώνομαι: παθητική φωνή του ρήματος τεντώνω
Άλλοι τύποι
τεντωθώτεντωμένοςτεντωνόμουντεντώθηκατεντώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →