τενόρο
•
- είδος κλάξον ή κόρνας δύο τόνων Βικιλεξικό
- Ίσα, ρε σωφεράκι, να με διδάξεις το τιμόνι να κρατώ, / να κάνω τσάρκες, κρυφό μεράκι, και το τενόρο και το κλάξον να βαρώ. (Από τραγούδι σε στίχους και μουσική του Παναγιώτη Τούντα)
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →