τεπές
•
- λαϊκότροποτο ημισφαιρικό τμήμα καπέλου Βικιλεξικό
- Το καπέλο στη Νιγρίτα το φορούν οκτάφυλλο στον τεπέ βάζουν κουμπάκι όμοιο τριαντάφυλλο.
- λαϊκότροποθόλος κτιρίου Βικιλεξικό
- παρωχημένο, γεωγραφία) άλλες μορφές: ή άκλιτο τεπέ Βικιλεξικό
- ο «Καρά Τεπές» (ή Μαυροβούνι)
- παρωχημένο, γεωγραφία) άλλες μορφές: ή άκλιτο τεπέ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεπές < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική تپه (tepe, λόγος, θολωτό τμήμα φεσιού, καπέλου) + -ς (τουρκικά tepe)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τεπές | τεπέδες |
| Γενική | τεπέ | τεπέδων |
| Αιτιατική | τεπέ | τεπέδες |
| Κλητική | τεπέ | τεπέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →