τερέν
•
- αγωνιστικός χώρος (π.χ. τένις, γήπεδο ποδοσφαίρου κ.ά.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τερέν < γαλλική terrain < λατινική terrenum, ουδέτερο του terrenus < terra < πρωτοϊταλική terzā < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ters-eh₂ < *ters-
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →