τερατούργημα
•
- ανθρώπινο κατασκεύασμα που προκαλεί αποστροφή με την ασχήμια του ή τη δυσλειτουργικότητά του Βικιλεξικό
- πράξη που προκαλεί φρίκη κι αποτροπιασμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τερατούργημα < (ελληνιστική κοινή) < τερατο- + έργο + -ημα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τερατούργημα | τερατουργήματα |
| Γενική | τερατουργήματος | τερατουργημάτων |
| Αιτιατική | τερατούργημα | τερατουργήματα |
| Κλητική | τερατούργημα | τερατουργήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →