Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τερατωδία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοκάτι (πράξη, λόγος κ.λπ.) που είναι τερατώδες Βικιλεξικό
  2. λόγιοκάτι (θέαμα, πράξη κ.λπ.) που σε κάνει να φρίττεις ή σου προκαλεί αποστροφή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τερατωδία < ελληνιστική κοινή τετᾰτωδία < αρχαία ελληνική τερᾰτώδης < τέρας + -ώδης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτερατωδίατερατωδίες
Γενικήτερατωδίαςτερατωδιών
Αιτιατικήτερατωδίατερατωδίες
Κλητικήτερατωδίατερατωδίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →