Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τερζής

/teɾˈzis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοράφτης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τερζής < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική ترزی (terzi, ράφτης), στην τουρκική γλώσσα terzi < περσική درزی (darzi). Η λέξη αναφερόταν σε ράφτες αποκλειστικά ελληνικών φορεσιών (συνώνυμο: ἑλληνορράπτης) και όχι των φράγκικων (ευρωπαϊκού στυλ).

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτερζήςτερζήδες
Γενικήτερζήτερζήδων
Αιτιατικήτερζήτερζήδες
Κλητικήτερζήτερζήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →