τερζής
•
- παρωχημένοράφτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τερζής < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική ترزی (terzi, ράφτης), στην τουρκική γλώσσα terzi < περσική درزی (darzi). Η λέξη αναφερόταν σε ράφτες αποκλειστικά ελληνικών φορεσιών (συνώνυμο: ἑλληνορράπτης) και όχι των φράγκικων (ευρωπαϊκού στυλ).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τερζής | τερζήδες |
| Γενική | τερζή | τερζήδων |
| Αιτιατική | τερζή | τερζήδες |
| Κλητική | τερζή | τερζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →