τερηδονίζομαι
•
- αρχαιοπρεπέςσήπομαι, σαρακιάζω Βικιλεξικό
- οδοντιατρικήεμφανίζω τερηδόνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τερηδονίζομαι < ελληνιστική κοινή τερηδονίζομαι < αρχαία ελληνική τερηδών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →