τεριλέν
•
- τύπος πολυεστερικής ίνας, γνωστής για την αντοχή της, την ελαστικότητα και την ανθεκτικότητα στις τσακίσεις και τους λεκέδες, που χρησιμοποιείται ευρέως στην κλωστοϋφαντουργία Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο ύφασμα που παράγεται από την παραπάνω ίνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεριλέν < γαλλική térylène < αγγλική terephthalate + polyethylene
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →