τερψιθυμία
•
- Η τέρψη (ευχαρίστηση) της ψυχής. Βικιλεξικό
- Τα λόγια του είναι πηγή τερψιθυμίας.
Ετυμολογία
τερψιθυμία < τερψίθυμος < τέρπω + θυμός.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τερψιθυμία | τερψιθυμίες |
| Γενική | τερψιθυμίας | τερψιθυμιών |
| Αιτιατική | τερψιθυμία | τερψιθυμίες |
| Κλητική | τερψιθυμία | τερψιθυμίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →