τεσσάρι
•
- το ψηφίο τέσσερα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκάθε τι που αποτελείται από τέσσερα ομοειδή αντικείμενα Βικιλεξικό
- διαμέρισμα με τέσσερα κύρια δωμάτια
- κατ’ επέκτασηκάθε τι που αποτελεί τυποποιημένο μέγεθος 4 Βικιλεξικό
- το τραπουλόχαρτο με τον αριθμό 4
- βαθμός σε εξετάσεις
- αθλητισμόςποδοσφαιριστής που αγωνίζεται στην κεντροαμυντική θέση της σύνθεσης Βικιλεξικό
- αθλητισμόςπαίκτης που αγωνίζεται με τον αριθμό 4 σε μια ομάδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεσσάρι < τέσσ(ερα) + -άρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τεσσάρι | τεσσάρια |
| Γενική | τεσσαριού | τεσσαριών |
| Αιτιατική | τεσσάρι | τεσσάρια |
| Κλητική | τεσσάρι | τεσσάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →