Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τεσσάρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το ψηφίο τέσσερα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηκάθε τι που αποτελείται από τέσσερα ομοειδή αντικείμενα Βικιλεξικό
    • διαμέρισμα με τέσσερα κύρια δωμάτια
  3. κατ’ επέκτασηκάθε τι που αποτελεί τυποποιημένο μέγεθος 4 Βικιλεξικό
    • το τραπουλόχαρτο με τον αριθμό 4
    • βαθμός σε εξετάσεις
  4. αθλητισμόςποδοσφαιριστής που αγωνίζεται στην κεντροαμυντική θέση της σύνθεσης Βικιλεξικό
  5. αθλητισμόςπαίκτης που αγωνίζεται με τον αριθμό 4 σε μια ομάδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τεσσάρι < τέσσ(ερα) + -άρι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτεσσάριτεσσάρια
Γενικήτεσσαριούτεσσαριών
Αιτιατικήτεσσάριτεσσάρια
Κλητικήτεσσάριτεσσάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →