τεστ
•
- δοκιμασία, έλεγχος, εξέταση π.χ. της αξιοπιστίας μιας μηχανής ή της λειτουργικότητας ενός συστήματος Βικιλεξικό
- εκπαίδευσηολιγόλεπτη γραπτή εξέταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεστ < (άμεσο δάνειο) αγγλική test < παλαιά γαλλικά test < λατινική testum < testa < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *teḱs (είμαι ξυλουργός)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →