Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τετέλεσται

επιφώνημα
•
  1. λόγιογια δραματική δήλωση του τέλους ή του επικείμενου θανάτου Βικιλεξικό
    • Αν όμως ο ίδιος ο χρόνος μπορεί να τελειώσει, τότε οπωσδήποτε δεν έχουμε έξοδο διαφυγής. Δεν θα υπάρχει χρόνος για να ξεκινήσει τίποτε καινούργιο. Τετέλεσται. (εφ. Το Βήμα, 28.12.2011)
    • Αλλ' αύριον πρόκειται αγών έως θανάτου και υπέρ των τριών, διότι, αν οι Τούρκοι νικήσωσι, τετέλεσται η πίστης ! τετέλεσται η πατρίς και η ελευθερία ! τετέλεσται και η ζωή των συγγενών και φίλων ! (Παναγιώτης Σούτσος, Ἡ Χαριτινη, ἠ το κάλλος της Χριστιανικής Θρησκείας, ..., 1864, σελ. 156)

Ετυμολογία

τετέλεσται < ελληνιστική κοινή τετέλεσται < αρχαία ελληνική τετέλεσται, γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής μεσοπαθητικού παρακειμένου του τελέω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →