τετακέ
•
- στην οδήγησηαλλαγή κατεύθυνσης εκατόν ογδόντα μοιρών ενός οχήματος με απότομο τρόπο και πλαγιολίσθηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τετακέ < (άμεσο δάνειο) γαλλική tête-à-queue < tête (κεφάλι) + à (στην) + queue (ουρά) επειδή βρίσκεται απότομα το κεφάλι στο σημείο που ήταν πριν η ουρά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →