τεταμένος
•
- τεντωμένος Βικιλεξικό
- μεταφορικάσε ένταση Βικιλεξικό
- (για σχέσεις ομάδων ή κρατών) που τείνει σε ρήξη, σε σύγκρουση.
Ετυμολογία
τεταμένος < → λείπει η ετυμολογία
Άλλοι τύποι
τεταμένατεταμένετεταμένεςτεταμένητεταμένηςτεταμένοτεταμένοιτεταμένοςτεταμένουτεταμένουςτεταμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →