Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τεταρτοκυκλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με τέταρτο κύκλου Βικιλεξικό
  2. ο σχετικός με τέταρτο περιφέρειας Βικιλεξικό
  3. αυτός που μετριέται σε τέταρτα περιφέρειας, δηλαδή ανά 90 μοίρες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τεταρτοκυκλικός < τέταρτο + κυκλικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτεταρτοκυκλικόςτεταρτοκυκλικήτεταρτοκυκλικό
Γενικήτεταρτοκυκλικούτεταρτοκυκλικήςτεταρτοκυκλικού
Αιτιατικήτεταρτοκυκλικότεταρτοκυκλικήτεταρτοκυκλικό
Κλητικήτεταρτοκυκλικέτεταρτοκυκλικήτεταρτοκυκλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτεταρτοκυκλικοίτεταρτοκυκλικέςτεταρτοκυκλικά
Γενικήτεταρτοκυκλικώντεταρτοκυκλικώντεταρτοκυκλικών
Αιτιατικήτεταρτοκυκλικούςτεταρτοκυκλικέςτεταρτοκυκλικά
Κλητικήτεταρτοκυκλικοίτεταρτοκυκλικέςτεταρτοκυκλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →