τεταρτοκυκλικός
•
- ο σχετικός με τέταρτο κύκλου Βικιλεξικό
- ο σχετικός με τέταρτο περιφέρειας Βικιλεξικό
- αυτός που μετριέται σε τέταρτα περιφέρειας, δηλαδή ανά 90 μοίρες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεταρτοκυκλικός < τέταρτο + κυκλικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τεταρτοκυκλικός | τεταρτοκυκλική | τεταρτοκυκλικό |
| Γενική | τεταρτοκυκλικού | τεταρτοκυκλικής | τεταρτοκυκλικού |
| Αιτιατική | τεταρτοκυκλικό | τεταρτοκυκλική | τεταρτοκυκλικό |
| Κλητική | τεταρτοκυκλικέ | τεταρτοκυκλική | τεταρτοκυκλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τεταρτοκυκλικοί | τεταρτοκυκλικές | τεταρτοκυκλικά |
| Γενική | τεταρτοκυκλικών | τεταρτοκυκλικών | τεταρτοκυκλικών |
| Αιτιατική | τεταρτοκυκλικούς | τεταρτοκυκλικές | τεταρτοκυκλικά |
| Κλητική | τεταρτοκυκλικοί | τεταρτοκυκλικές | τεταρτοκυκλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →