τετελεσμένο
•
- λόγιοό,τι έχει συντελεσθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τετελεσμένο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής τετελεσμένος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τετελεσμένο | τετελεσμένα |
| Γενική | τετελεσμένου | τετελεσμένων |
| Αιτιατική | τετελεσμένο | τετελεσμένα |
| Κλητική | τετελεσμένο | τετελεσμένα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →