τετράγλωσσος
•
- αυτός που είναι γραμμένος σε τέσσερις γλώσσες Βικιλεξικό
- ο εκδοτικός οίκος εξέδωσε ένα νέο τετράγλωσσο λεξικό
- αυτός που ομιλεί τέσσερις γλώσσες Βικιλεξικό
- τα παιδιά του είναι τετράγλωσσα· μιλούν άπταιστα ελληνικά, γαλλικά, αγγλικά και γερμανικά
Ετυμολογία
τετράγλωσσος < αρχαία ελληνική τετρα- + -γλωσσος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τετράγλωσσος | τετράγλωσση | τετράγλωσσο |
| Γενική | τετράγλωσσου | τετράγλωσσης | τετράγλωσσου |
| Αιτιατική | τετράγλωσσο | τετράγλωσση | τετράγλωσσο |
| Κλητική | τετράγλωσσε | τετράγλωσση | τετράγλωσσο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τετράγλωσσοι | τετράγλωσσες | τετράγλωσσα |
| Γενική | τετράγλωσσων | τετράγλωσσων | τετράγλωσσων |
| Αιτιατική | τετράγλωσσους | τετράγλωσσες | τετράγλωσσα |
| Κλητική | τετράγλωσσοι | τετράγλωσσες | τετράγλωσσα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →