τετράγωνο
•
- γεωμετρίαπαραλληλόγραμμο που είναι ορθογώνιο και ρόμβος, έχει δηλαδή τέσσερις ίσες πλευρές και τέσσερις ορθές γωνίες Βικιλεξικό
- μαθηματικάη δεύτερη δύναμη Βικιλεξικό
- δύο εις το τετράγωνο μας κάνει τέσσερα (2²=4)
- μαθηματικάο αριθμός που προκύπτει από την ύψωση ενός άλλου αριθμού στη δεύτερη δύναμη Βικιλεξικό
- το 4 είναι το τετράγωνο του 2
- πολεοδομίατο τμήμα μιας περιοχής που σχηματίζεται από τέσσερις δρόμους χωρίς άλλο δρόμο να το διαπερνά Βικιλεξικό
- το μαγαζί είναι μόλις δύο τετράγωνα απ' το σπίτι μας
Ετυμολογία
τετράγωνο < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τετράγωνο | τετράγωνα |
| Γενική | τετράγωνου / τετραγώνου | τετραγώνων |
| Αιτιατική | τετράγωνο | τετράγωνα |
| Κλητική | τετράγωνο | τετράγωνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →